Γαλλία: Ελληνίδα η γυναίκα που πέθανε από αλλαντίαση – Σε κρίσιμη κατάσταση ο σύζυγός της και ο πατέρας της

0
144

 

 

 

Eλληνίδα είναι η γυναίκα που έχασε τη ζωή της από αλλαντίαση μετά από γεύμα στο Μπορντό της Γαλλίας.

Πρόκειται για μια 32χρονη η οποία ζούσε με τον Ιρλανδό συζυγό της στο Παρίσι της Γαλλίας και κατέληξε από αλλαντίαση. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τόσο ο σύζυγός της, αλλά και ο πατέρας της που ήταν μαζί της στο γεύμα νοσηλεύονται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση.

Το ζευγάρι που πρόσφατα είχε παντρευτεί βρέθηκε στο Μπορντό και γευμάτισε στο Tchin Tchin Wine Bar, ένα από τα πιο δημοφιλή εστιατόρια της πόλης, που θεωρείται και η πρωτεύουσα του κρασιού.

Οπως αναφέρουν τα γαλλικά μέσα, αλλά 10 άτομα έχουν υποστεί αλλαντίαση με την κατάστασή τους να θεωρείται κρίσιμη. Συνολικά επτά νοσηλεύονται στην εντατική.

Έφαγε σαρδέλες

Τόσο η 32χρονη που έφυγε από τη ζωή όσο και οι υπόλοιποι που νοσηλεύονται έφτασαν στο συγκεκριμένο μπαρ και εμφάνισαν συμπτώματα αλλαντίασης.  «Όλες οι περιπτώσεις καταγράφηκαν στο ίδιο κατάστημα στο Μπορντό μεταξύ Δευτέρας 4 Σεπτεμβρίου και Κυριακής 10 Σεπτεμβρίου 2023. Όλοι τους κατανάλωσαν σαρδέλες παρασκευασμένες από τον εστιάτορα», ανέφεραν.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα από τη Γαλλία στα τραπέζια υπήρχαν τουλάχιστον εννέα συσκευασμένα βαζάκια με σαρδέλες που είχαν παραχθεί στο σπίτι του ιδιοκτήτη, χωρίς προηγουμένως να έχει γίνει η απαραίτητη προεργασία προστασίας από τα επικίνδυνα βακτήρια.

Δεν θα πρέπει να αποκλειστεί η περίπτωση να έχουν μολυνθεί κι άλλα άτομα, γύρω στα 25 συνολικά, που είχαν σερβιριστεί στο ίδιο μπαρ – εστιατόριο και γι’ αυτό υπήρξε προτροπή σε όσους παρουσιάσουν συμπτώματα όπως η ναυτία, ο κοιλιακός πόνος, ο εμετός, η διάρροια, η έλλειψη όρασης, η ξηρότητα του στόματος και η παράλυση να απευθυνθούν άμεσα σε γιατρό

Τι είναι η αλλαντίαση

Η αλλαντίαση είναι μια σπάνια αλλά σοβαρή παραλυτική νόσος που προκαλείται από μια νευροτοξίνη η οποία παράγεται από το βακτηρίδιο Clostridium botuiinum και μερικές φορές από στελέχη των βακτηριδίων Clostridium butyricum και Clostridium baratii. Υπάρχουν έξι είδη αλλαντίασης: α) η τροφιμογενής, β) η βρεφική, γ) η εντερική τοξιναιμία των ενηλίκων, δ) η τραυματική, ε) η ιατρογενής και στ) η εισπνευστική.

Το Clostridium botulinum είναι ένα Gram (+) βακτηρίδιο που αναπτύσσεται καλύτερα υπό αναερόβιες συνθήκες. Το βακτηρίδιο παράγει σπόρια που του επιτρέπουν να επιβιώνει σε δυσμενείς συνθήκες μέχρι να υπάρξουν κατάλληλες συνθήκες που να επιτρέψουν την ανάπτυξή του. Υπάρχουν 7 τύποι αλλαντικής τοξίνης που διαχωρίζονται με τα γράμματα Α, Β, C, D, E, F, G. Μόνο οι τύποι Α, Β, Ε και σπάνια ο F προκαλούν νόσο στον άνθρωπο. Η αλλαντική τοξίνη θεωρείται από τις πιο θανατηφόρες ουσίες. Η μέση θανατηφόρος δόση (lethal dose- LD50) είναι 1 ng τοξίνης ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.

Η τοξίνη που προκαλεί τη δηλητηρίαση

Η τροφιμογενής αλλαντίαση προκύπτει όταν το Clostridium botulinum αναπτύσσεται και παράγει τοξίνη σε τρόφιμο το οποίο στη συνέχεια καταναλώνεται χωρίς να προηγηθεί κατάλληλο μαγείρεμά του ώστε να καταστραφεί η τοξίνη. Η τοξίνη παράγεται συνήθως, σε τρόφιμα ακατάλληλα παρασκευασμένα ή κονσερβοποιημένα, χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι ή ζάχαρη, χαμηλής οξύτητας, καθώς και σε παστεριωμένα ή ελαφρώς μαγειρεμένα τρόφιμα που δεν έχουν καταψυχθεί, ειδικά σε αυτά σε αεροστεγή συσκευασία (π.χ καπνιστά ψάρια, προϊόντα κρέατος, σάλτσες κ.α). Η τοξίνη καταστρέφεται με το βρασμό (85°C για 5 λεπτά ή περισσότερο), ενώ τα σπόρια απαιτούν περισσότερο χρόνο για να καταστραφούν (120Τ για 10 λεπτά ή περισσότερο).

Αρχικά οι ασθενείς παρουσιάζουν αδυναμία, ίλιγγο, θαμπή όραση, ξηροστομία, δυσκολία στην κατάποση και την ομιλία, λόγω της προσβολής των κρανιακών νεύρων από την αλλαντική τοξίνη. Τα νευρολογικά συμπτώματα είναι αποτέλεσμα της μυϊκής παράλυσης που προκαλείται από την αλλαντική τοξίνη και περιγράφονται ως «χαλαρή συμμετρική κατιούσα παράλυση». Η παράλυση των αναπνευστικών μυών μπορεί να είναι θανατηφόρα αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Δεν παρατηρείται πυρετός ή απώλεια συνείδησης. Μπορεί να συνυπάρχουν γαστρεντερικές διαταραχές, όπως ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα ή σπανιότερα διάρροια.

Βρεφική αλλαντίαση

Η βρεφική αλλαντίαση εμφανίζεται σε βρέφη ηλικίας από 6 εβδομάδων έως και 6 μηνών. Oφείλεται στην κατανάλωση σπόρων του Clostridium botuiinum σε τροφή ή σκόνη, οι οποίοι στη συνέχεια εκβλαστάνουν σε βακτήρια στο έντερο τα οποία απελευθερώνουν την τοξίνη. Θεωρείται ότι ο αποικισμός του εντέρου από τους σπόρους του Clostridium botuiinum στα βρέφη συμβαίνει γιατί στις ηλικίες αυτές δεν έχει εγκατασταθεί πλήρως η φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου που ανταγωνίζεται την εγκατάσταση των παθογόνων μικροβίων. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκοιλιότητα, απώλεια όρεξης, αδύναμο κλάμα, αδύναμο μυϊκό τόνο, λήθαργο και απώλεια στήριξης της κεφαλής. Η κλινική εικόνα κυμαίνεται από ήπια που δεν απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο μέχρι αιφνίδιο θάνατο. Μελέτες αναφέρουν την κατανάλωση μελιού ως προδιαθεσικό παράγοντα της βρεφικής αλλαντίασης γι’ αυτό και υπάρχει η οδηγία τα βρέφη να μην καταναλώνουν μέλι μέχρι να ολοκληρώσουν το πρώτο έτος ζωής.

Η εντερική τοξιναιμία των ενηλίκων αποτελεί πολύ σπάνιο είδος αλλαντίασης. Προκαλείται όπως ακριβώς και η βρεφική αλλαντίαση, αλλά αφορά ενήλικους ασθενείς με ανοσοκαταστολή, με ανατομικές ή λειτουργικές διαταραχές στην κοιλιακή χώρα.

Τραυματική αλλαντίαση

Η τραυματική αλλαντίαση προκαλείται από νευροτοξίνη που παράγεται σε τραύμα ή παραμελημμένο ανοιχτό κάταγμα μολυσμένο από Clostridium botuiinum. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά περιστατικά τραυματικής αλλαντίασης καταγράφονται σε χρήστες ναρκωτικών ουσιών σε αποστήματα που δημιουργούνται από υποδόριες ή ενδομυϊκές ενέσεις.

Η ιατρογενής αλλαντίαση προκαλείται από λανθασμένη χορήγηση νευροτοξίνης στη συστηματική κυκλοφορία ανθρώπου, αντί του προκαθορισμένου θεραπευτικού στόχου.
Η εισπνευστική αλλαντίαση προκαλείται από εισπνοή τοξίνης με τη μορφή αερολύματος. Έχει καταγραφεί μόνο σε προσωπικό εργαστηρίων. Η θνητότητα της αλλαντίασης ανέρχεται στο 3-5% και οφείλεται συνήθως σε αναπνευστική ανεπάρκεια ή σε λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές που προκύπτουν από την παρατεταμένη παρουσία της παράλυσης. Μετά την αποδρομή του νοσήματος οι ασθενείς μπορεί να αισθάνονται κόπωση ή δυσκολία στην αναπνοή για χρόνια και για αυτό συνήθως χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία.

πηγή:https://www.newsit.gr/