Τα μάρμαρα του «δεύτερου Παρθενώνα» Το Βρετανικό Μουσείο φιλοξενεί επίσης 23 μαρμάρινες πλάκες του Επικούριου Απόλλωνα Το 1815 Άγγλοι αρχαιοθήρες φυγάδευσαν στην Αγγλία τη μαρμάρινη ιωνική ζωφόρο

0
96

Τα γλυπτά του Παρθενώνα και το ενδεχόμενο επιστροφής τους από το Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου βρίσκονται στο επίκεντρο της επικαιρότητας λόγω του διπλωματικού επεισοδίου που σημειώθηκε όταν ο Βρετανός πρωθυπουργός Ρίσι Σούνακ ακύρωσε τη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, λίγες μόλις ώρες πριν από τη διεξαγωγή της.
Ωστόσο, στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου δε φιλοξενούνται μόνον τα περίφημα γλυπτά του Παρθενώνα. Στο ίδιο μουσείο, στην Αίθουσα 16, εκτίθενται είκοσι τρεις μαρμάρινες πλάκες του λεγόμενου «δεύτερου Παρθενώνα», του ναού του Επικούριου Απόλλωνα.
Οι πλάκες αυτές, οι οποίες εντοπίστηκαν στην ανασκαφή του 1812 και μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο το 1815, συναποτελούσαν τη μαρμάρινη ιωνική ζωφόρο που υπήρχε πάνω από τους ιωνικούς ημικίονες μέσα στο σηκό. Στις δώδεκα πλάκες απεικονίζεται η Αμαζονομαχία και στις υπόλοιπες έντεκα η Κενταυρομαχία.
Η προαναφερθείσα ζωφόρος, που συνιστούσε το βασικότερο διακοσμητικό στοιχείο του περίπτερου ναού, είχε συνολικό μήκος 31 μ. και ήταν έργο πιθανώς του γλύπτη Παιωνίου, του δημιουργού του φημισμένου αγάλματος της Νίκης στην Αρχαία Ολυμπία.

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα
Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ένα από τα άριστα μνημεία στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, βρίσκεται στη θέση «Βάσσες» του όρους Κωτιλίου, στην ευρύτερη περιοχή της Ανδρίτσαινας Ηλείας.
Ο περικαλλής αυτός ναός του Επικούριου (και όχι Επικούρειου, όπως απαντά συχνά-πυκνά) Απόλλωνα, έργο των Κλασικών Χρόνων (τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ.), αποδίδεται στον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα, εξ ου και αποκαλείται «δεύτερος Παρθενώνας».
Χτισμένος σε ειδικά διαμορφωμένο πλάτωμα από κατοίκους της Φιγαλείας, σημαντικής αρκαδικής πόλης της αρχαιότητας, ο ναός αποτελεί ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό αριστούργημα, καθώς συνδυάζει αρμονικά στοιχεία των τριών αρχιτεκτονικών ρυθμών της αρχαιότητας: του δωρικού, του ιωνικού και του κορινθιακού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα υπήρξε το πρώτο μνημείο της ελληνικής επικράτειας που συμπεριελήφθη στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, το 1986.

Το ιστορικό της «ληστείας»
Ο ναός παρέμεινε σε χρήση κατά τα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια όπως φαίνεται από τις επιδιορθώσεις που δεχόταν η κεραμοσκεπή. Η πρώτη καταστροφή του ναού του Επικούρειου Απόλλωνα έγινε το 394 μ.Χ. επί Μεγάλου Θεοδοσίου. Το 396 δε έστειλε το Γότθο στρατηγό Αλάριχο να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας με σκοπό να επιβάλλει την νέα θρησκεία. Τα στίφη του Αλάριχου κυριολεκτικά ισοπεδώνουν όλες τις Ελληνικές πόλεις, όλοι οι ναοί καταστρέφονται, κανένα άγαλμα δεν μένει όρθιο η μη ακρωτηριασμένο.
Κατόπιν ο ναός και για αρκετούς αιώνες έμεινε έρημος, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, αφημένος στην τύχη του.
Από τον 17ο αιώνα ο Μέγας Γύρος αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της βασικής ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των νέων Άγγλων. Για τους περισσότερους Άγγλους, γόνους ευγενών η πλουσίων οικογενειών, το ταξίδι εκείθεν της Μάγχης σήμαινε ουσιαστικά την περιήγηση στην κοντινή Γαλλία και στην πιο απομακρυσμένη Ιταλία.
Η Ελλάδα τόπος του ονείρου και της φαντασίας, της κλασσικής παιδείας έμενε έξω από τα ενδιαφέροντα των πολλών. Όσοι έφθαναν, έρχονταν οδηγημένοι από την κλασσική παιδεία τους, επιθυμώντας να γνωρίσουν την γη που ανέδειξε τόσους ένδοξους άνδρες και ύψωσε τον ανθρώπινο πολιτισμό στις κορυφές της διανόησης. εκδόσεις με σχετικά θέματα, όπως επίσης περιηγητικά και λαογραφικά.
Μαζί με αυτούς αρχαιολόγοι, φιλόλογοι, διπλωμάτες, πολιτικοί, κοινωνιολόγοι και βεβαίως αρχιτέκτονες, όπως οι Cockerell, Foster,Wilkins που όχι μόνο θαύμασαν αλλά οικειοποιήθηκαν μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας και παράλληλα εμπνεύσθηκαν από τα μνημεία αυτά μεταφέροντας πλούσια στοιχεία στις αρχιτεκτονικές δημιουργίες τους στην πατρίδα τους την Βρετανία που θαυμάζονται σήμερα σε πολλά κτίρια του Λονδίνου.
Ο αρχιτέκτονας Cockerrel ήλθε στην Ελλάδα στα 1810 σε ηλικία 22 ετών. Μαζί με άλλους αρχιτέκτονες και κυρίως με τον Foster συνέστησαν στην Αθήνα μια εταιρεία αρχαιοθηρών και ανέσκαψαν, ανακάλυψαν, φυγάδευσαν και πούλησαν σε ανοικτές δημοπρασίες στην Ζάκυνθο τον γλυπτό διάκοσμο του ναού της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και του Επικούριου Απόλλωνα.
Το 1812 διενεργήθηκαν οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές από τους: J. Foster, C. R. Cockerell, K. H. von Hallerstein, G. Gropius, J. Linckh, O. M. Stackerlberg, και P. O. Brondsted και έφεραν στο φως τις πλάκες της ζωφόρου και το κορινθιακό κιονόκρανο.
Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο, με τη συγκατάθεση του Βελή πασά, που είχε δωροδοκηθεί για το σκοπό αυτό. Το 1814 η ζωφόρος αγοράστηκε με εντολή του Άγγλου αντιβασιλέως Γεωργίου και το 1815 κατέληξε στο Βρετανικό Μουσείο. Ο Άγγλος διανοούμενος Christian Muller χαρακτήρισε την υφαρπαγή των μνημείων πράξη βανδαλισμού, αντίστοιχη με αυτή του λόρδου Έλγιν.
Θα πρέπει να σημειωθεί ωστόσο, ότι ενώ στην περίπτωση του Έλγιν οι ειδικοί και η κοινή γνώμη αντέδρασαν με βιαιότητα, στην περίπτωση των δύο αυτών αρχιτεκτόνων οι αντιδράσεις ήταν μάλλον ευνοϊκές, καθώς θεωρήθηκε ότι οι δύο αυτοί νέοι καλλιτέχνες ανακάλυψαν και έφεραν στο φως άγνωστους και σημαντικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς. Αυτό όμως, σήμερα, ερμηνεύεται ως μια ληστρική επιδρομή, καθώς είχε την λογική, ότι ανακαλύπτω το φυγαδεύω και το πουλάω.
Τα γλυπτά αυτά, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κτιρίου, η φυσική τους θέση είναι στον ναό. Τα γλυπτά εκλάπησαν και τα αγόρασαν κλεπταποδόχοι. Αυτή είναι η αλήθεια. Τέλος, είναι ακατανόητο το Βρετανικό Μουσείο να φυλάνε τα γλυπτά σε μία κλειστή αίθουσα, και επιβάλλεται μία συνολική κινητοποίηση για την επιστροφή τους.